Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Συνέντευξη για τη δολοφονία του Π. Μαυρουδή το 1944 από ναζί και συνεργάτες τους

Ο ανδριάντας του Π. Μαυρουδή
στην πλατεία του Δρυμού
Χθες έγινε επιμνημόσυνη δέηση στο ηρώο στην πλατεία του Δρυμού για τον Παναγιώτη Μαυρουδή. Για όσους δεν γνωρίζουν ο Παναγιώτης Μαυρουδής δολοφονήθηκε από τους ναζί και τους ντόπιους συνεργάτες τους στο Δρυμό, λίγους μήνες πριν την απελευθέρωση, στις 26 Ιουλίου 1944. Ο πρόεδρος της κοινότητας Δρυμού  Καραστερίου Δημήτρης τη δεκαετία του ’80 αποφάσισε να τιμήσει τη μνήμη του, τοποθετώντας ανδριάντα του δολοφονηθέντος στην πλατεία του Δρυμού.

Η συνέντευξη που ακολουθεί πραγματοποιήθηκε στις 25 Απριλίου 2014. Ο συνεντευξιαζόμενος αποτελεί αυτόπτη μάρτυρα της δολοφονίας του Παναγιώτη Μαυρουδή και  ήταν αυτός που τον μετέφερε νεκρό. Για προφανείς λόγους, δεν αναφέρεται το όνομά του καθώς και όσων εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα στη δολοφονία. Τα ονόματα είναι στη διάθεση του blog. Για την ιστορία και για τη ροή της συνέντευξης θα ονομάσουμε Φάνη τον συνεντευξιαζόμενο και τη γυναίκα του Τούλα.


Συνέντευξη για τη δολοφονία του Παναγιώτη Μαυρουδή (25 Απριλίου 2014)

(Τα Νέα της Λητής: Ν.Λ., Φάνης, Τούλα (γυναίκα Φάνη)) 

Τα Νέα της Λητής : Πότε γεννήθηκε; Θυμάσαι;

Φάνης: Το 1919

Τούλα: Ομορφιά βρε, ομορφιά.

Φάνης: Δεν υπήρχε πιο όμορφο παιδί στο χωριό.

Ν.Λ.: Τι σπούδασε;

Φάνης: Αυτόν τον σπούδασε το χωριό.

Ν.Λ.: Γιατί;

Φάνης: Λόγω φτώχειας. Αλλά ήταν αριστούχος μαθητής.

Ν.Λ.: Είχε μείνει μήπως και ορφανός;

Φάνης: Ε, ορφανός ήταν από πατέρα.

Ν.Λ.: Η μάνα από ποιο σόι ήταν;

Φάνης: Η μάνα λεγόταν Παρπαλίτη.

Ν.Λ.: Λοιπόν, γεννήθηκε το 1919. Πήρε μέρος στο μέτωπο;

Φάνης: Βέβαια, ήταν έφιππος ανθυπολοχαγός.

Ν.Λ.: Άρα γύρισε εδώ το ’40, το ’41;

Φάνης: Ναι, τον είχαμε γραμματέα στο Συνεταιρισμό. Προτού όμως πάει στην Αλβανία είχε τελειώσει τη Γεωπονία. Υπηρέτησε πρώτα στην αεροπορία και μετά έγινε έφιππος ανθυπολοχαγός στην Αλβανία.

Ν.Λ.: Όταν λες τον σπούδασε το χωριό τι εννοείς;

Φάνης: Η κοινότητα. Τους αριστούχους μαθητές τους σπούδαζε η κοινότητα. Αυτός ήταν και ορφανός και αριστούχος.

Ν.Λ.: Ποιος ήταν τότε πρόεδρος;

Φάνης: Ο Ευάγγελος Χατζηβασιλείου. Τότε ήταν 9μελές το συμβούλιο. Ήταν και ο πατέρας μου και ο Χρήστος ο Χατζηκαμάρης και ένας Σαμαράς..και αυτοί πήρανε την απόφαση να το σπουδάσουνε το παιδί.

Ν.Λ.: Μάλιστα. Ο Μαυρουδής λοιπόν, πήγε, γύρισε (από την Αλβανία) και έγινε γραμματέας του Συνεταιρισμού. Ήταν μέσα στη κατοχή;

Φάνης: Βέβαια, μέσα στην κατοχή.

Ν.Λ.: Τότε αρραβωνιάστηκε τη Β.;

Φάνης: Ναι, στην κατοχή την αρραβωνιάστηκε.

Ν.Λ.: Πώς λεγόταν η Β. αυτή;

Φάνης: Ε. Πανέμορφη. [...] Ήταν στη νεολαία τότε ο Μαυρουδής, τους έχω γραμμένους εδώ. Ο Μαυρουδής σημαιοφόρος στα επίσημα, πρώτος. Δεύτερος, Γ. Γ., τρίτος, Σ. Ν.. Αυτοί ήτανε, όταν πηγαίνανε στο Κιλκίς, στο Λαχανά, αλλά σε επίσημες γιορτές.

Ν.Λ.: Αφού γίνει γραμματέας του Συνεταιρισμού μετά οργανώνεται στο ΕΑΜ;

Φάνης: Ναι. Και είχε δήθεν τίτλο, σαν ψευδώνυμο, του Συνταγματάρχη του εφεδρικού ΕΛΑΣ. Δεν ίσχυε αυτό όμως, ζούσε στο Δρυμό. Είχε όμως αυτό το ψευδώνυμο για να επικοινωνεί με το ΕΑΜ.

Ν.Λ.: Στο πατρικό σπίτι της αρραβωνιαστικιάς του τότε έμενε Γερμανός;

Φάνης: Ναι.

Ν.Λ.: Από τους ΠΑΟτζίδες που ήρθαν εδώ θυμάσαι κανέναν αρχηγό ή κάποιο όνομα;

Φάνης: Μπουντουβάκης Γεώργιος. Ο Κρητικός. Ήτανε νοματάρχης στην Άσσηρο με την παρέα του, μαζί με έναν Ντεμίτρ, Δημήτρη δηλαδή, από δω απ’ το Κιούμπαλι, τώρα Περιστέρι.

Ν.Λ.: Ο Μπουντουβάκης είχε έρθει δηλαδή εδώ τότε;

Φάνης: Ναι, αυτός ήταν ο ΠΑΟτζης.

Ν.Λ.: Όταν ήρθε εδώ και τους φωνάξανε...

Φάνης: Φωνάξανε πολλά ονόματα

Ν.Λ.: ...ο Μαυρουδής μπορούσε να φύγει, έτσι δεν είναι;

Φάνης: Μπορούσε να φύγει, πώς δεν μπορούσε; Έφυγαν πολλοί. Πολλούς φώναξαν, 15 άτομα φώναξαν. Και ο Παναγιώτης παρουσιάστηκε, παρών. Βγήκε εκεί και τον αρπάξανε.

Ν.Λ.: Αυτοί πόσοι ήταν;

Φάνης: Ήτανε καμιά 100, 120 περίπου.

Ν.Λ.: Πολλοί.

Φάνης: Πολλοί ήτανε, ναι, είχε γεμίσει ο τόπος από αυτά τα κοπρόσκυλα.

Ν.Λ.: Οπλισμένοι ήταν;

Φάνης: Οπλισμένοι. Εμένα ο θείος μου ο Σωκράτης, της μάνας μου ο αδερφός, γλίτωσε 2-3 φορές. Όταν πιάσανε το Μαυρουδή πήγε και κρύφτηκε σε μια αχυρώνα μαζί με έναν άλλον, μέσα στο άχυρο. Όταν σκότωσαν τον Μαυρουδή. Αυτοί κρυμμένοι ήταν.

Τούλα: Φάνη, αυτοί οι άλλοι που τους φωνάξανε δεν εμφανίστηκαν; Μόνο ο Μαυρουδής;

Φάνης: Μόνο ο Μαυρουδής, οι άλλοι έφυγαν. Ο Λ. Παναγιώτης έφυγε, πήγε και κρύφτηκε μέσα στο στενό του Πανούση. Τον πήρε μια γιαγιά λέει, τον έβαλε στο βάθος, γλίτωσε ο άνθρωπος. Ο πατέρας μου τον έπιασε κάποια στιγμή εδώ στη στροφή στο μύλο του Ντουνούση και του είπε «Παναγιώτη, μην πηγαίνεις βρε!». Και του είπε «Δεν μπορώ βρε Μανώλη, δεν μπορώ!». Είχαν πάει τότε σ’ ένα συλλαλητήριο στο Λαγκαδά και τους έπιασαν οι Γερμανοί καμιά δεκαπενταριά παιδιά δικά μας, τους πήγανε στο Βελεστίνο στο Βόλο και οι μανάδες τους τού λέγανε (του Μαυρουδή) «Εσύ είσαι εδώ και τα δικά μας τα παιδιά εκεί...» και χίλια δυό. Και είπε ο Παναγιώτης «Δεν μπορώ, θα πάω.»

Ν.Λ.: Τον Παναγιώτη όταν τον πήρανε αυτοί, τον βάλανε στο καφενείο;

Φάνης: Όχι, τον πήγαν στο σπίτι, εκεί στην αγορά που είναι το καφενείο, απέναντι. Εκεί τον δέρνανε. Και πήγαν πάνω στ’ αμπέλια να πιάσουν κάποιον Νίκο, τοπογράφος μηχανικός ήτανε, αριστερός. Τον βρήκανε. Αυτός ήταν πανούργος, πανέξυπνος. Τους λέει «Περιμένετε παιδιά, θα σας φέρω σταφυλάκια λίγα» και πέταξε, έφυγε! Πήρανε έναν ανιψιό του, της γυναίκας του ένα παιδάκι και το σκοτώσανε εκείνο. Και είπε τη φράση ο Μαυρουδής «Ζήτω η ελευθερία του Ελληνισμού!» και τον σκοτώσανε.

Ν.Λ.: Μου έχουν πει ότι όταν τον δέρνανε είχανε καδρόνια.

Φάνης: Ναι, με καρφιά.

Ν.Λ.: Αληθεύει αυτό;

Φάνης: Αληθεύει.

Ν.Λ.: Και τον χτυπούσαν με αυτά.

Φάνης: Σαλάτα τον έκαναν. Ήταν ήδη πεθαμένος όταν τον φέρανε. Εγώ τον κουβάλησα στην πόρτα.

Ν.Λ.: Όταν τον φέρανε δηλαδή ήταν πεθαμένος.

Φάνης: Διαλυμένος ήτανε, σακατεμένος. Μόνο αίματα..

Ν.Λ.: Έτσι πέθανε; Από τα βασανιστήρια; Ή τον πυροβόλησαν κιόλας;

Φάνης: Τον πυροβόλησαν κιόλας, βέβαια.

Ν.Λ.: Αφού τον χτύπησαν δηλαδή με τα καρφιά τον πυροβόλησαν κιόλας;

Φάνης: Έτσι, ναι. Εν τω μεταξύ εγώ τον κουβάλησα, παλικαράκι 12 χρονών ήμουνα, με κουρελού, μαζί με άλλους 2. Το σπίτι ήταν αυτό εδώ στη γειτονιά...

Ν.Λ.: Πεθαμένο τώρα λες;

Φάνης: Νεκρό, ναι... η θεία του, της μάνας του η αδερφή, Παρπαλίτη αυτή λεγότανε, μ’ έπιασε από δω (από το μπράτσο) «Καλά μ’ έλεγε εμένα ένας Καμαράτ (ο Γερμανός), τον Παναγιώτη τον σκοτώσαν!». Σακατεμένος...

Ν.Λ.: Ο διοικητής ο Γερμανός δεν πήρε θέση;

Φάνης: Τίποτα.

Ν.Λ.: Τον άφησε τον Μπουντουβάκη να δουλέψει κανονικά;

Φάνης: Τίποτα. Αφού είχε χαρτί από κάτω. Ήταν δουλειά από κάτω!

Σ: Είχε διαταγή από τον Γερμανό διοικητή δηλαδή να μην τους σταματήσει;

Φάνης: Έτσι ακριβώς, από κάτω. [...] Πριν από χρόνια είχε μια φορτωτική ο Μπουντουβάκης ο Γιώργος..μαζί με κάποιους από εδώ από το Δρυμό, φορτώναμε ένα φορτηγάκι. Κάθε δυό μέρες το φορτώναμε εμείς, δίναμε τα ονόματα στη φορτωτική..Αυτοί ήταν στο γραφείο, ο Μπουντουβάκης μαζί με τον Κυριάκο. Δηλώναμε εμείς την εταιρεία «Σ.Τ., Δ. Σ.», φορτωτικές. Του λέει ο Θ. Σ. «Κυρ Γιώργη», έτσι ακριβώς, «αυτό το άτομο το γνωρίζεις;», για τον θειό μου το Σωκράτη. «Ε, κάποτε το γνώριζα, τώρα δεν το γνωρίζω». Τον φώναξαν εκεί για! Και δεν πήγε, είχε κρυφτεί. Τον ρωτάει πάλι «Κείνο το παλικάρι, κυρ Γιώργη, τζάμπα το φάγατε στο Δρυμό», «Εμείς το φάγαμε; Εσείς φαγωθήκατε τότε!». Έγινε το παζάρι, στο μαγαζί! Στο Βαρδάρι! Αυτοί ήταν Δρυμιώτες, Ο Θ. κι ο Σ. και ο πατέρας τους ήταν εκεί. Και λέει (ο Μπουντουβάκης) «Εμείς τον σκοτώσαμε ή εσείς φαγωθήκατε να τον φάτε;». Έγινε κι άλλη ιστορία: ο παπα-Γιάννης, είχαμε έναν παπά εμείς, ο παπα-Γιάννης, έπιασε κάποιον προύχοντα εδώ, τότες ήτανε της δεξιάς ας πούμε, και λέει «Βοηθήστε ρε παιδιά, κρίμα, το σκότωσαν το παιδί..» και λέει κάποιος ρουφιάνος από εδώ από το χωριό: «Φύγε, μην πάθεις κι εσύ τα ίδια!». Τον παπά, έ! «Φύγε να μην πάθεις κι εσύ τα ίδια». Ακριβώς έτσι.

Τούλα: Ο παπά-Γιάννης ήταν καλός, δημοκράτης.

Ν.Λ.: Τον απείλησε δηλαδή ο άλλος.

Φάνης: Τον απείλησε.

Ν.Λ.: Άρα σημαίνει ότι υπήρχε κι από δω..

Φάνης: Από δω ήτανε! Όλα από δω ήτανε! Εμ, από δω!

Τούλα: Αφού αναμεταξύ τους μάλωσαν και το είπαν!

Φάνης: Ναι, έγινε μια παρεξήγηση κάποτε με τον Δ.Θ. και τον Σ., ήταν πρόεδρος αυτός μες στην κατοχή. Και λέει ο Σ. «Εγώ μπορεί να έκανα κομμουνιστής, αλλά τα χέρια μου δεν τα έβαψα με αίμα!». Εγώ εκεί παρών ήμουνα! Μες στην αγορά έγινε αυτό.

Ν.Λ.: Τελικά, τον φέρατε εδώ. Ποιος τον κήδεψε;

Φάνης: Εδώ τον κηδέψαμε, η μάνα του, όλοι εμείς. Και μάλιστα βγήκε ένα φασούλι την ώρα που πάμε να τον θάψουμε, νάτοι οι ΠΑΟτζίδες, κι ορισμένοι φύγανε. Είδανε εκεί, ορισμένοι κουβαλούσανε κάτι κουμπούρια, κάτι ρημάδια εκεί..

Ν.Λ.: Δηλαδή ο κόσμος που πήγε στην κηδεία ήτανε λίγος;

Φάνης: Ε, δεν ήτανε, φοβήθηκε ο κόσμος..

Ν.Λ.: Η μάνα του;

Τούλα: Η μάνα του έζησε πολλά χρόνια.

Φάνης: Έκλαιγε συνέχεια.

Ν.Λ.: Τρελάθηκε;

Φάνης: Όχι.

Τούλα: Εγώ όταν πήγαινα στον τάφο τότε που πέθανε ο παππούς μου, την έβρισκα εκεί κάθε μέρα. Κάθε μέρα.

Ν.Λ.: Ποια χρονιά δηλαδή;

Τούλα: Ε, το ’54 -’55. Τον Παναγιώτη τον σκότωσαν το ’44..

Φάνης: Έτσι του είπε, «Εγώ τα χέρια μου δεν τα έβαψα με αίμα, εσύ τα έβαψες»..

Ν.Λ.: Άρα τον είχανε προδώσει από δω μέσα..

Φάνης: Από δω ήτανε!

[Ανοίγει ένα συρτάρι και βγάζει έναν φάκελο γεμάτο με χαρτιά γραμμένα και δακτυλογραφημένα, μου δίνει να διαβάσω ένα ποίημα με τίτλο «Δολοφονία στο Δρυμό»]

Δολοφονία στο Δρυμό, Γερμανοί και συνεργάτες τους Έλληνες.

Μάθατε τι έγινε στο Δρυμό επάνω

Τον Μαυρουδή σκοτώσανε, το νέο καπετάνιο

Μαχαιριές του δώσανε στα στήθη και μασχάλη

Και τα μυαλά του φύγανε μέσα απ’ το κεφάλι

Έκλαψε η μάνα του πικρά το ορφανό βλαστάρι

Προδότες τον παρέδωσαν στους αλήτες με καμάρι

Αθάνατος! Ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει!

24/7/1944


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου